Σελίδες

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Η Αγία Σοφία και οι Αγίες Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη
(video για παιδιά)

Η Αγία Σοφία και οι τρεις θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού (117 – 138 μ.Χ.).
Οι τρεις θυγατέρες της Αγίας Σοφίας, πήραν τα ονόματα τους από το χωρίο της Καινής Διαθήκης: «νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.» ( Α' Κορινθίους. 13:13).
Η Αγία Σοφία, τίμια και θεοσεβής γυναίκα, γρήγορα χήρεψε και με τις τρεις κόρες της ήλθε στη Ρώμη. Εκεί καταγγέλθηκαν ως φημισμένες χριστιανές.
Τότε ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε ότι η μητέρα και τα κορίτσια της ήταν χριστιανές και διέταξε να τις συλλάβουν. ....
περισσότερα στη diadromi

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

6 Σεπτεμβρίου: Θαῦμα Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ στὶς Χωναὶς

(video για παιδιά) 
Σὲ κάποιο μέρος τῆς Φρυγίας χτίσθηκε ἕνας ναὸς στὸ ὄνομα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ἀπὸ ἕναν χριστιανὸ ποὺ εἶχε γιατρευτεῖ ἡ κόρη του ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο.

Ο Ἀρχάγγελος μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ
σταματᾷ τὰ νερὰ καὶ προστάζει νὰ χωνευθοῦν
Στὸν ναὸ ζοῦσε ἕνας εὐσεβὴς ἀσκητὴς ὁ Ἄρχιππος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου στράφηκαν οἱ εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νὰ ἐκδικηθοῦν γιὰ τὰ θαύματα ποὺ γίνονταν. Ὅρμησαν τότε νὰ καταστρέψουν τὸ ναὸ καὶ νὰ δολοφονήσουν τὸν Ἄρχιππο.
Ἐπενέβη ὅμως ὁ Ἀρχάγγελος, ὁ ὁποῖος ἐξουδετέρωσε τοὺς εἰδωλολάτρες. 
Αὐτοὶ ὅμως δὲ σταμάτησαν θέλησαν νὰ ἐκτρέψουν ἕναν ποταμὸ νὰ πνίξουν τὸν Ἄρχιππο, καὶ νὰ καταστρέψουν τὸ ναό. 
Τότε ὁ Ἀρχάγγελος μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ σταματᾷ τὰ νερὰ καὶ προστάζει νὰ χωνευθοῦν. 
Μέχρι σήμερα στὸ σημεῖο ἐκεῖνο τὰ νερὰ χωνεύονται καὶ γι’ αὐτὸ τὸ μέρος ὀνομάστηκε Χώναις.



Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΨΑΡΙ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ

Σ' ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας ευλαβέστατος. Η ψυχούλα του ήταν γεμάτη στοργή για το ποίμνιό του και ειδικά για τους πονεμένους. Έφτασε όμως η μέρα που δοκιμάστηκε κι εκείνος και πόνεσε πολύ.

Η κόρη του, μια εξαιρετική κοπέλα, είχε παντρευτεί πρόσφατα μ' ένα νοικοκυρεμένο παληκάρι. Έφτασε, λοιπόν, ο καιρός να φέρει στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της.

Κατά τον τοκετό όμως, πέθανε! Πήγε Μάρτυρας να συναντήσει τον Πλάστη της, αφήνοντας πολύ πόνο πίσω της.

Ο ιερέας πατέρας της πόνεσε κι αυτός πολύ στο χωρισμό, αλλά με ακλόνητη Πίστη στο Θεό πρόσφερε δοξολογία στο άγιο όνομά Του. Την αγάπη του δε, για την θυγατέρα του εξέφραζε με θερμές προσευχές για την ψυχή της και με κρυφές ελεημοσύνες.

Ο ιερέας είχε έναν αδελφό καπετάνιο που, απόμαχος πια της θάλασσας, είχε γίνει στεριανός για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Είχε δημιουργήσει περιουσία κι απολάμβανε πλέον τους κόπους του. Δυστυχώς όμως ήταν σχεδόν άπιστος, παρ' όλο που είχε καλή καρδιά. Τα βραδάκια, όταν μαζεύονταν στο φιλόξενο σπίτι του παπά μαζί με μερικούς φίλους, κάποιους αγαθούς νησιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία, έπιναν το ζεστό τους φασκόμηλο και κουβέντιαζαν. Ο καπετάνιος ένα βράδυ ειρωνεύτηκε τον ιερέα και του είπε:

- Σιγά καημένε παπά, μην υπάρχει άλλη ζωή και σε βλέπει η κόρη σου τι λέμε και τι κάνουμε!

Ο ιερέας με πραότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει ν' αποβάλει την απιστία, γιατί ήξερε πως κατά βάθος υπέφερε η ψυχή του μέσα στη θανατερή παγωνιά της. Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται.

Ένα βράδυ, λοιπόν, ο ιερέας βλέπει τη θυγατέρα του στον ύπνο του. Ήταν ολόφωτη.Λευκοντυμένη, χαρούμενη, και του λέει: "Πατέρα, σ' ευχαριστώ για όλα. Για την αγάπη σου, τις προσευχές σου, και τις ελεημοσύνες που κάνεις για την ψυχή μου. Πες, σε παρακαλώ, και στον θείο μου (τον καπετάνιο) ότι τον ευχαριστώ για το ψάρι που μού 'στειλε!".

Αυτά είπε κι ενώ χαμογελούσε αγγελικά, τ' όνειρο έσβησε.

Ο ιερέας, όταν σηκώθηκε το πρωί, αισθανόταν μεγάλη χαρά και συγκίνηση.

Το βράδυ διηγήθηκε τ' όνειρο στη συντροφιά. Όλοι συγκινήθηκαν, μόνο ο καπετάνιος κοιτούσε δύσπιστα τον αδελφό του. Όταν όμως του είπε ότι η ανιψιά του τον ευχαριστεί για το ψάρι που της έστειλε, κι ότι δεν μπορεί να εξηγήσει αυτά τα λόγια της, ο καπετάνιος τινάχθηκε όρθιος. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Απ' το στόμα του βγήκε η κρυφή Πίστη της καρδιάς του:

- "Θεέ μου!", ψιθύρισε και μια κοίταζε τον ένα και μια τον άλλον σαστισμένος.

Όλοι τον ρώτησαν τι συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Εκείνος, όταν συνήλθε κάπως, ξανακάθησε στην καρέκλα του και χωρίς να εμποδίζει τα δάκρυά του να τρέχουν στο ηλιοψημένο πρόσωπό του, τους είπε με ταπεινή φωνή: "- Ναι, είναι αλήθεια, ζουν οι ψυχές και μας βλέπουν! Ανήμερα στην κηδεία της ετοιμαζόμουν να κατέβω στην εκκλησία, όπου θα την διαβάζατε. Είχα πολύ πόνο μέσα μου. Το ξέρεις, παπά, πόσο αγαπούσα αυτή τη θυγατέρα σου. Ήταν πάντα άγγελος.

Εκείνη τη στιγμή έφθασε ένας φίλος μου ψαράς κάτω απ' τον πέρα γιαλό. Τούχα πει πως, όταν έπιανε καλό ψάρι να μου τό 'φερνε κι εγώ θα το πλήρωνα όσο-όσο. Εκείνη όμως τη στιγμή με νευρίασε η παρουσία του, καθώς κρατούσε το ροφό κρεμασμένο στο πλάι του. Του είπα λοιπόν απότομα:

- Δε θέλω ψάρια σήμερα, δεν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω την ανηψιά μου!

Ο άνθρωπος όταν τ' άκουσε πάγωσε και με κοίταζε αμίλητος. Τον λυπήθηκα και του είπα:

- Όμως, να, στο πληρώνω και συ δώστο σε κανένα φτωχό για την ψυχή της!

Εκείνος πήρε τα χρήματα, με συλλυπήθηκε κι έφυγε γρήγορα. Το περιστατικό αυτό δεν τό 'πα σε κανέναν και το είχα ξεχάσει. Αλλά η ψυχούλα της δεν το ξέχασε και μού 'στειλε τις ευχαριστίες της", είπε και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τα δάκρυά του. Μετά χαμογέλασε γλυκά, μα τόσο γλυκά! Μέσα σ' αυτό το χαριτωμένο χαμόγελο ο ιερέας διέκρινε το γλυκοχάραμα της αναγεννημένης Πίστεώς του. Η νύχτα της απιστίας έφυγε.

- "Δοξασμένο τόνομά Σου Πολυέλεε Κύριε", ψιθύρισε ο ιερέας και τον αγκάλιασε με το βλέμμα του.

Agioritikovima.gr  

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΠΑΝΕΡΙ ΜΕ ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ

15Μια φτωχιά γυναίκα περνούσε κάποτε δίπλα από ένα αμπέλι γεμάτο σταφύλια.

«Πως θα ‘θελα να είχα ένα τσαμπί απ’ αυτά!»

Εκείνη τη στιγμή, περνά ο νοικοκύρης του αμπελιού. Τη χαιρετά και της λέει:
-Κυρούλα, θα ‘θελες κανένα σταφύλι;
Και στην καταφατική απάντηση της, χώθηκε μέσα στ’ αμπέλι για να κόψει.
Μια φτωχιά γυναίκα περνούσε κάποτε δίπλα από ένα αμπέλι γεμάτο σταφύλια.

Η γυναίκα περίμενε. Πέντε, δέκα λεπτά, ένα τέταρτο πέρασαν, χωρίς ο αμπελουργός να φανεί.
Βαρέθηκε λοιπόν να τον περιμένει και με την ιδέα πως ο άνθρωπος την είχε ξεχάσει, ξεκίνησε να φύγει.

Μα να! Την ίδια στιγμή, φορτωμένος ένα πανέρι με διαλεχτά σταφύλια, φαίνεται μπροστά της και της λέει χαμογελώντας:

-Με συμπαθάς που άργησα. Μα ήθελα να σου διαλέξω μερικά καλά.

Πολλές φορές, στην προσευχή μας, ζητάμε από τον Κύριο κάτι.

Και μην παίρνοντας άμεση απάντηση, θαρρούμε πως ο Θεός αδιαφορεί για μας. Αλλά, μετά από λίγο καιρό, η απάντηση του έρχεται, πλούσια και ευλογημένη, όσο δεν μπορούσαμε να τη φανταστούμε. Και μας πιάνει τότε ντροπή για την ολιγοπιστία μας.

Ο Θεός είχε αργήσει, γιατί ήθελε να γεμίσει το πανέρι των ευλογιών του, πριν το προσφέρει στη ψυχή, που ζητούσε ένα μόνο τσαμπί.

Agioritikovima.gr